ΚΟΜΒΟΣ - komvos - ΚΟΜΒΟΣ

Αυτοσχέδιο περιοδικό του internet ΣΧΟΛΙΑ - ΑΠΟΨΕΙΣ για τον ΠΕΙΡΑΙΑ και όχι μόνο

Πέμπτη, 5 Μαρτίου 2009

Δεξιός ταρίφας.

Μεταφέροντάς με πριν από λίγο δεξιός ταρίφας, από το ιστορικό κέντρο πρός τη Δραπετσώνα, μου έδωσε το θέμα της σημερινής ανάρτησης.

Επαναλάμβανε συνεχώς την ίδια φράση σε όλη τη διαδρομή:
"Είναι μεγάλη μέρα σου λέω.
Και τα κουμούνια τα ξεβράκωσε και το παλικάρι ξανάρχεται".
Ανακουφισμένος ξεφυσούσε στη συνέχεια, ώσπου να βρεί φανάρι. Εκεί σταματούσε και έψαχνε στο ραδιόφωνο. Είχε λέει ένα πρόβλημα το dvd pl και είχε πολύ τζοχαδιαστεί που από το πρωί δεν ακούσε καθόλου την Άντζελα.

Κάπου στο ύψος της Νίκαιας, και ενώ είχα αποφασίσει να τον περιλάβω, -γιατί η διασκέδαση με έναν ανόητο καταντάει ενοχλητική όταν επαναλαμβάνεται-, με ξαφνιάζει.

Μου δείχνει με το δάκτυλο ένα κουβούκλιο - διαμέρισμα στον πρώτο όροφο.

- Το βλέπεις αυτό; Το τριαράκι αυτό δικό μου είναι. Δηλαδή όχι ακριβώς. Δεν αξιώθηκα ακόμα να μπώ. Το πληρώνω πέντε χρόνια. Αλλά;! Προβλήματα. Έχω άλλα 25 χρόνια μπροστά. Έχω δηλαδή; δεν ξέρω να σου πω. Και να χω όμως πάλι δεν ξέρω. Ότι κάνουν τα παιδιά...
Και αρχίζει να μου τα λέει...
Τρεις δόσεις χρωστούσε ο άμοιρος, +έξι πιστωτικές φρακαρισμένες στο όνομά του, + πιστωτική της γυναίκας του με πακετάκι καθυστερήσεων, + του γιού του το καταναλωτικό, που τον απολύσανε Δεκέμβριο από την αποθήκη που δούλευε + τον άλλο το φαντάρο. Που θέλει 500άρικο plus για να βγάζει το μήνα του...

Επειδή το κλίμα άλλαξε, γλίτωσε το χέσιμο. Εκεί που σκεφτόμουν
α ρε με τι πστη μπλέξαμε, άρχισα να σκέφτομαι α τον κακομοίρη.

Μου είπε το ανθρωπάκι και άλλα και άλλα... Πώς του τσίμπησε ένας κουμπάρος του κάτι λεφτά, πως ταράζεται στο κρεβάτι του με τις ιδέες και τις ανασφάλειές του
. Πως του κόψανε το συμπληρωματικό δάνειο - ενώ είχε βάλει βουλευτή.
Μετά,
ενώ φτάσαμε και έψαχνε τα ρέστα, μου εξηγούσε πως στην Ελλάδα, αυτό που φταίει και πληρώνουμε όλοι μας ακόμα, είναι οι παροχές του 81- 85.
Αυτός ο άτιμος ο Ανδρέας Παπανδρέου. Που ενώ δεν είχαμε σώβρακο να βάλουμε, έπιασε και μοίραζε λεφτά. Μοιράζεις ρε. Πού μοιράζεις; Σε ποιούς τα μοιράζεις; Πού τα βρήκες και τα μοιράζεις; Και ποιός θα τα πληρώσει αυτά. Νάτα. Αυτά πληρώνουμε τώρα.
Αυτά σκεφτόταν ο καημένος. Και τον ρώτησα μόνο παίρνοντας τα ρέστα:
-Το ΤΑΞΊ είναι δικό σου;

- Όχι!
-Ούτε σπίτι δεν είναι δικό σου ούτε ταξί δικό σου, δηλαδή.

-Τι θες να πεις τώρα; με ρώτησε σαν να περιμένει την σφαλιάρα του.


Θέλω να πω ότι μόνο το μυαλό είναι δικό σου.
Είναι καιρός να δουλέψει.

Και δεν του άφησα ούτε παλιά δεκάρα από τα ρέστα για την κούρσα. Όχι από θυμό ή από σύγχυση, αλλά από συναίσθηση της ευθύνης μου. Γιατί, γνωρίζω ότι
Μακάκας που δεν ζορίζεται, αποκλείεται να συνέρθει. Και σκέφτηκα άσε το μακάκα να ζοριστεί. Για παιδευτικούς λόγους.

Επίσης, για τον μακάκα μας και για όλους τους παρόμοιους που τόσο πολύ αγαπάμε, θα παραπέμψω πρώτα εδώ
neagenia: Περί συναίνεσης επίσης...

Και μετά εδώ: